διάψευση


διάψευση
[диапсэфси] ουσ. Θ. изобличение во лжи, опровержение,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διάψευση" в других словарях:

  • διάψευση — η η απόδειξη ότι κάποιος ψεύδεται ή ότι κάτι είναι ψεύτικο ή αστήριχτο: Η διάψευση της φήμης για ανασχηματισμό έγινε από τον πρωθυπουργό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διάψευση — η (ΑΝ) 1. απάτη 2. απόδειξη πλάνης …   Dictionary of Greek

  • διαψεύσῃ — διαψεύσηι , διάψευσις deceit fem dat sg (epic) διαψάω cleanse pres part act fem dat sg (epic ionic) διαψεύδω deceive aor subj mid 2nd sg διαψεύδω deceive aor subj act 3rd sg διαψεύδω deceive fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άνθρακας — I (anthrax). Δίπτερο έντομο της οικογένειας των βομβυλιιδών. Πρόκειται για μεγάλη μύγα, που φτάνει σε μήκος τα 25 εκ. Έχει μαύρο σώμα με λέπια και τρίχες, πλατύ κεφάλι και προβοσκίδα που συνήθως είναι πολύ μακριά και λεπτή. Το θηλυκό γεννά τα… …   Dictionary of Greek

  • ένσταση — η (AM ἔνστασις) [ενίστημι] αντίρρηση, αντίθεση σε επιχείρημα ή άποψη νεοελλ. 1. ισχυρισμός τον οποίο προβάλλει ο εναγόμενος εναντίον τής εις βάρος του αγωγής ή αντιπρόταση άλλου δικαιώματος του 2. φρ. «ένσταση απαρτίας» αντίρρηση που υποβάλλεται… …   Dictionary of Greek

  • αηθικισμός — ο Φιλοσ. είναι ή άρνηση ή διάψευση τών βασικών ηθικών αρχών. Σε αντίθεση με τον αμοραλισμό (amoralismus), που αρνείται την ύπαρξη οποιωνδήποτε ηθικών αρχών, αξιών και ιδεωδών, ο αηθικισμός (immoralismus) αρνείται μόνο τις εκάστοτε ισχύουσες… …   Dictionary of Greek

  • απογοήτευση — η 1. αποθάρρυνση, μελαγχολία 2. διάψευση ελπίδων. [ΕΤΥΜΟΛ. < απογοητεύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1861 στον Κ. Πωπ, ως απόδοση του γαλλ. desenchantement] …   Dictionary of Greek

  • αποκαρδίωση — η 1. αποθάρρυνση 2. διάψευση των ελπίδων, απογοήτευση. [ΕΤΥΜΟΛ. < αποκαρδιώνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1834 στον Γεώργιο Θεοχαρόπουλο] …   Dictionary of Greek

  • ορθολογισμός — I (Αρχιτ.). Στην αρχιτεκτονική, τάση που θεωρείται θεμελιώδης στις σύγχρονες εξελίξεις της ευρωπαϊκής και εξωευρωπαϊκής τέχνης. Το προσόν της είναι ότι προώθησε έναν ενιαίο και νέο ρυθμό στο πεδίο της αρχιτεκτονικής και των εφαρμοσμένων τεχνών,… …   Dictionary of Greek

  • ψυχρολουσία — η, ΝΜΑ [ψυχρολούτης] λούσιμο με κρύο νερό, ιδίως για θεραπευτικούς λόγους νεοελλ. μτφ. 1. κατευνασμός ενθουσιασμού, διάψευση ελπίδων, απογοήτευση 2. επίπληξη, κατσάδα …   Dictionary of Greek